βῆσσα

βῆσσα
Grammatical information: f.
Meaning: `wooded combe, glen' (Il.)
Dialectal forms: Dor. βᾶσσα
Derivatives: βησσήεις (Hes.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Those who take βένθος as an innovation (for which there is no reason) assume a full grade of βαθύς), *βᾱθ-ι̯α. Not to Av. vi-gāʮ- f. `Schlucht' (Mayrhofer KEWA 1,334) nor to Skt. gā́hate `do into the water' (nor gāhá-) nor to OIr. bāidim `sink into the water' (LIV *gʷeh₂dh-). - Older Schwyzer RhM 81, 193ff., Pok. 465. Certainly not to βυθός. Fur. 330 refers to βρῆσσαι βῆσσαι H. and concludes to Pre-Gr. (Βρῆσσα is a town and a promontory in Lesbos, Fick, Vorgr. Ortsnamen 63.)
Page in Frisk: 1,234

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Βήσσα — Βήσσᾱ , Βῆσσα wooded combe fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βῆσσα — wooded combe fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βήσσα — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 40 μ., 197 κάτ.) της Σύρου. Βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νησιού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ποσειδωνίας. * * * βῆσσα, η (δωρ. τ. βᾱσσα) (Α) 1. κοιλάδα ή χαράδρα με πυκνή βλάστηση 2. είδος ποτηριού που είναι πλατύ στο… …   Dictionary of Greek

  • Βήσσας — Βήσσᾱς , Βῆσσα wooded combe fem acc pl Βήσσᾱς , Βῆσσα wooded combe fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βησσῶν — Βῆσσα wooded combe fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βᾶσσαν — βῆσσα wooded combe fem acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βῆσσαι — Βῆσσα wooded combe fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βῆσσαν — Βῆσσα wooded combe fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βήσσαις — Βῆσσα wooded combe fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βήσσης — Βῆσσα wooded combe fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βήσσῃ — Βῆσσα wooded combe fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.